Η Καθυστερημένη Διάγνωση της ΙΨΔ

Μία από τις πλέον κρίσιμες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα άτομα με ΙΨΔ αφορά την καθυστερημένη ή λανθασμένη διάγνωση που λαμβάνουν. Παρόλο που οι επιδημιολογικές μελέτες καταδεικνύουν ότι η ΙΨΔ αποτελεί μια αρκετά συχνή νευροψυχιατρική διαταραχή με σημαντική επίπτωση στον γενικό πληθυσμό, τα δεδομένα αυτά δεν αποτυπώνουν πλήρως τον συνολικό αριθμό των ατόμων που παραμένουν αδιάγνωστα, λανθασμένα διαγνωσμένα ή χωρίς πρόσβαση σε κατάλληλες θεραπευτικές παρεμβάσεις.

Τί δείχνουν οι έρευνες;

Σύμφωνα με στοιχεία παλαιότερης μελέτης (Hollander et al.,1997), η οποία διεξήχθη μεταξύ 1994-1995 σε δείγμα περίπου 700 ατόμων, διαπιστώθηκε ότι οι συμμετέχοντες διαγνώστηκαν με ΙΨΔ κατά μέσο όρο 16 χρόνια μετά την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων. Έκτοτε, κι άλλες έρευνες επιβεβαίωσαν την ύπαρξη σημαντικής χρονικής καθυστέρησης μεταξύ της έναρξης των συμπτωμάτων και της πρόσβασης σε κατάλληλη θεραπεία, εντοπίζοντας ως βασικά εμπόδια το στίγμα, την έλλειψη κατανόησης και αναγνώρισης της διαταραχής, καθώς και τη γενικότερη έλλειψη ενημέρωσης σχετικά με τις ενδεδειγμένες θεραπευτικές επιλογές (Garcia–Soriano et al., 2014).

Σε πιο πρόσφατη μελέτη από τους Hezel et al. (2022), σε μικρότερο δείγμα 165 ενηλίκων με ΙΨΔ ηλικίας 18 έως 58 ετών, παρατηρήθηκε  ότι ο μέσος χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ της εμφάνισης των πρώτων συμπτωμάτων και της διάγνωσης έχει μειωθεί στα 11 χρόνια, από 16 που ήταν δυο δεκαετίες νωρίτερα. Παρότι αυτή η μείωση θεωρείται ενθαρρυντική, το χρονικό διάστημα παραμένει ιδιαίτερα μεγάλο και συνδέεται με καθυστερημένη έναρξη θεραπείας, γεγονός που λειτουργεί επιβαρυντικά στην ποιότητα ζωής των πασχόντων και του περιβάλλοντός τους.

ΙΨΔ σε μικρότερη ηλικία: μεγαλύτερη καθυστέρηση στη διάγνωση

Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον εύρημα της παραπάνω μελέτης αφορά τη συσχέτιση μεταξύ της εκδήλωσης των συμπτωμάτων σε μικρότερη ηλικία και της πιο καθυστερημένης διάγνωσης. Στοιχεία που προκύπτουν από παρεμφερείς έρευνες δείχνουν ότι άτομα με εκδήλωση των συμπτωματων σε νεαρότερη ηλικία τείνουν να περιμένουν περισσότερο προτού αναζητήσουν θεραπεία σε σχέση με τα άτομα στα οποία η εκδήλωση των συμπτωμάτων συνέβη μετά την παιδική ή εφηβική ηλικία. Αν και οι ακριβείς λόγοι αυτού του φαινομένου δεν είναι απόλυτα σαφείς, σύμφωνα με τους Stengler et al. (2013), κάποια πρώιμα, άτυπα συμπτώματα είτε υποτιμώνται είτε θεωρούνται λανθασμένα φυσιολογικά τόσο από τους ίδιους τους πάσχοντες όσο και από τα μέλη της οικογένειάς τους, ιδίως από τους γονείς.

Η ανάγκη για ενημέρωση και ευαισθητοποίηση

Τα παραπάνω δεδομένα υπογραμμίζουν την επιτακτική ανάγκη για ευρεία και συνεχή ενημέρωση των γονέων, των γιατρών, αλλά και των εκπαιδευτικών. Παράλληλα, είναι ουσιώδους σημασίας η συνεχής εκπαίδευση των ειδικών ψυχικής υγείας, με στόχο την έγκαιρη διάγνωση της ΙΨΔ και την αποφυγή καθυστερήσεων που μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά την έκβαση του θεραπευτικού αποτελέσματος.

Πηγές:

García-Soriano, G., Rufer, M., Delsignore, A., & Weidt, S. (2014). Factors associated with non-treatment or delayed treatment seeking in OCD sufferers: A review of the literature. Psychiatry Research, 220(1-2), 1–10. https://doi.org/10.1016/j.psychres.2014.07.009

Hezel, D. M., Rose, S. V., & Simpson, H. B. (2022). Delay to diagnosis in OCD. Journal of Obsessive-Compulsive and Related Disorders, 32, 100709. https://doi.org/10.1016/j.jocrd.2022.100709

Hollander, E., Stein, D. J., Kwon, J. H., Rowland, C., Wong, C. M., Broatch, J., & Himelein, C. (1997). Psychosocial function and economic costs of obsessive-compulsive disorder. CNS Spectrums, 2(10), 16–25. https://doi.org/10.1017/S1092852900007239

Stengler, K., Olbrich, S., Heider, D., Dietrich, S., Riedel-Heller, S., & Jahn, I. (2013). Mental health treatment seeking among patients with OCD: Impact of age of onset. Social Psychiatry and Psychiatric Epidemiology, 48(5), 813–819. https://doi.org/10.1007/s00127-012-0584-2