Τα «εσωτερικά» μας εμπόδια στην αναζήτηση βοήθειας για την ΙΨΔ
Οι λόγοι που καθυστερεί ένα άτομο με ΙΨΔ να αναζητήσει βοήθεια είναι πολλοί και διαφορετικοί. Σε μεγάλο βαθμό επηρεάζει το στίγμα, ο φόβος γύρω από την θεραπεία καθώς επίσης και ο φόβος ότι ίσως κατηγορηθούν για εγκληματικές πράξεις αν μοιραστούν με κάποιον ιδεοληψίες με βίαιο περιεχόμενο (π.χ. ιδεοληψίες που σχετίζονται με πρόκληση βλάβης προς άλλα πρόσωπα). Όλοι οι λόγοι είναι εξίσου σημαντικοί· σε αυτό το άρθρο, που γράφτηκε με αφορμή την ποιοτική έρευνα των Robinson et al. (2017), θα επικεντρωθούμε στους εσωτερικούς λόγους που ενδεχομένως οδηγούν ένα άτομο να μην αναζητήσει άμεσα βοήθεια.
Κάποια από αυτά τα «εσωτερικά» εμπόδια που λειτουργούν ως τροχοπέδη είναι τα εξής:
«Δεν είμαι και τόσο άσχημα». Η αντίληψη ότι η ΙΨΔ είναι ακόμα σε ένα διαχειρίσιμο επίπεδο και δεν χρήζει θεραπείας. Ένας από τους συμμετέχοντες μοιράστηκε με τους ερευνητές ότι ο χρόνος που σπαταλούσε σε ιδεοληψίες και καταναγκασμούς ήταν περίπου 3 ώρες την ημέρα, αλλά ο ίδιος δεν θεωρούσε ότι αυτό τον επηρέαζε σημαντικά ώστε να αναζητήσει βοήθεια.
«Μπορώ να το διαχειριστώ». Κάποιοι από τους ερωτηθέντες εξέφρασαν ότι ο λόγος που δεν αναζήτησαν πιο έγκαιρα βοήθεια ήταν ότι ένιωθαν πως μπορούσαν να διαχειριστούν αυτή τη δύσκολη κατάσταση μόνοι τους χωρίς την υποστήριξη κάποιου ειδικού ψυχικής υγείας.
Δυσκολία αποδοχής της κατάστασης. Άλλα άτομα που συμμετείχαν στην έρευνα μοιράστηκαν πως είτε τα ίδια είτε οι γονείς τους δυσκολεύτηκαν να αποδεχτούν ότι υπάρχει κάποιο θέμα που χρήζει διερεύνησης ή θεωρούσαν πως είναι κάτι παροδικό που απλά θα φύγει με τον καιρό.
«Ποτέ δεν σκέφτηκα να αναζητήσω βοήθεια». Αρκετοί πάσχοντες με ΙΨΔ έχουν τόσα πολλά χρόνια ζήσει με τη διαταραχή που θεωρούν ότι είναι ένα κομμάτι της ζωής τους και δεν τους περνά από το μυαλό ότι χρειάζεται να γίνει κάτι για αυτό. Σχεδόν η διαταραχή μοιάζει ως κάτι φυσικό, ως κάτι που απλά υπάρχει. Επίσης όλη αυτή η κατάσταση δημιουργεί τόση σύγχυση που συχνά οι πάσχοντες δεν γνωρίζουν αν είναι οι μόνοι που βιώνουν όλα αυτά ή είναι κάτι που, σε κάποιο βαθμό, όλοι κάνουν. Για παράδειγμα, πολλοί από τους πάσχοντες που ελέγχουν πολλές φορές αν έκλεισαν το μάτι της κουζίνας συχνά θεωρούν ότι αυτό είναι κάτι που κι άλλοι κάνουν, καθώς είναι θέμα ασφάλειας.
Φοβάμαι μήπως γίνω κάτι διαφορετικό από αυτό που είμαι. Συχνά οι πάσχοντες θεωρούν πως στο τέλος της θεραπείας, όταν τα συμπτώματα της διαταραχής έχουν κοπάσει, θα είναι κάποιοι άλλοι και θα έχει αλλοιωθεί η προσωπικότητά τους ή ο χαρακτήρας τους. Αυτό τους προκαλεί ανασφάλεια και δυστακτικότητα.
«Νιώθω πολύ ευάλωτος». Πολλοί από τους πάσχοντες αποφεύγουν να αναζητήσουν θεραπεία καθώς θεωρούν ότι στερούνται ψυχικών αποθεμάτων και πιστεύουν ότι δεν διαθέτουν την απαραίτητη ενέργεια για να ξεκινήσουν μια τέτοια διαδικασία.
Η αναγνώριση αυτών των εσωτερικών εμποδίων είναι από μόνη της ένα σημαντικό βήμα. Είναι απολύτως φυσικό να υπάρχει διστακτικότητα. Ο φόβος της αλλαγής και η αμφιβολία για το αν «αξίζει» να ζητήσετε βοήθεια είναι σκέψεις που πολλοί άνθρωποι βιώνουν. Καθώς διαβάζετε τα παραπάνω, ίσως αναγνωρίσετε στοιχεία που και εσείς έχετε σκεφτεί ή έχετε ζήσει, και αυτή η επίγνωση μπορεί να αποτελέσει την αρχή για έναν πιο ουσιαστικό στοχασμό πάνω στη δική σας εμπειρία.
Πηγή: Robinson, K. J., Rose, D. & Salkovskis, P. M. (2017). Seeking help for obsessive compulsive disorder (OCD): a qualitative study of the enablers and barriers conducted by a researcher with personal experience of OCD. Psychology and Psychotherapy: Theory, Research and Practice, 90(2), 193–211.